Ποινική ανάκριση για την ΚΤ διέταξε η Γενική Εισαγγελία - Δεν εντοπίστηκαν παράνομες κάμερες .-

Ποινική ανάκριση αρχίζει αμέσως η Αστυνομία στην Κεντρική Τράπεζα, μετά από οδηγίες της Νομικής Υπηρεσίας, για διερεύνηση ενδεχόμενων αδικημάτων για τα όσα διαδραματίζονται τα τελευταία 24ωρα στην Κεντρική Τράπεζα, όπως ανακοίνωσε ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας Ρίκκος Ερωτοκρίτου.
Μιλώντας σε δημοσιογραφική διάσκεψη στη Νομική Υπηρεσία, ο κ. Ερωτοκρίτου είπε ότι μετά τα όσα έχουν δει το φως της δημοσιότητας το τελευταίο 48ωρο, αναφορικά με τα όσα διαδραματίζονται στην Κεντρική Τράπεζα, δόθηκαν οδηγίες στην Αστυνομία να ξεκινήσει ποινική ανάκριση για τη διερεύνηση ενδεχόμενων ποινικών αδικημάτων που αφορούν, πρώτον, τη διαρροή εμπιστευτικών εγγράφων από την ΚΤ, που ήταν εξάλλου και δημόσια τοποθέτηση του ίδιου του Διοικητή της ΚΤ, δεύτερον, πλαστογραφία εγγράφων, τρίτον εξαπάτηση μελών του ΔΣ της ΚΤ αλλά και τέταρτον, διάπραξης οποιωνδήποτε άλλων αδικημάτων που αφορούν τα πιο πάνω πρόσωπα και ενδεχομένως και τρίτους.
Ο κ. Ερωτοκρίτου είπε πως οι οδηγίες δόθηκαν χθες στην Αστυνομία καθώς, όπως εξήγησε, είναι το τρίτο 24ωρο, αρχής γενομένης από τα γεγονότα που αφορούσαν τις κάμερες στην ΚΤ, που συνεχίζεται και κορυφώνεται μια συζήτηση μεταξύ του Διοικητή της ΚΤ και μελών του ΔΣ της ΚΤ αναφορικά με εκατέρωθεν παράπονα και ενδεχόμενη εκατέρωθεν διάπραξη ποινικών αδικημάτων.
«Είναι καθήκον της Νομικής Υπηρεσίας να παρέμβει και δεν θα αναμένει το πότε όποιος από τους ενδεχομένως εμπλεκόμενους αποφασίσει να κάνει οποιαδήποτε καταγγελία», είπε, σημειώνοντας ότι το θέμα είναι μείζονος σημασίας και πως «κρατεί ένας χορός δηλώσεων και συγκρούσεων για τρία 24ωρα».
«Είναι ένα ζήτημα», συνέχισε, «που καθάπτεται και αφορά κορυφαίο θεσμό της Δημοκρατίας, αυτόν της ΚΤ, του Διοικητή και των μελών του ΔΣ της ΚΤ, και συνεπώς κρίθηκε υπό τις περιστάσεις πως η αυτεπάγγελτη επέμβαση της Νομικής Υπηρεσίας ήταν η μόνη ενδεικνυόμενη, υπό τις περιστάσεις, ενέργεια στην οποία και προβήκαμε προς το σκοπό διερεύνησης άμεσα της νομιμότητας αλλά και της παρανομίας, ενδεχομένως, των όσων ισχυρίζονται οι διάφορες πλευρές που εμπλέκονται».
Σε ερώτηση σχετικά με τη διαδικασία, ο κ. Ερωτοκρίτου ξεκαθάρισε πως όταν μιλάμε για ποινική ανάκριση εννοούμε τη λήψη καταθέσεων από όλους όσοι θεωρεί η Αστυνομία σκόπιμο και εύλογο να πάρει καταθέσεις, εννοούμε τη συλλογή εγγράφων που οι ερωτώμενοι αν δεν επιθυμούν να καταθέσουν οικειοθελώς τότε υποχρεούνται μετά από συγκεκριμένη ειδοποίηση να καταθέσουν. Αν δεν το πράξουν, συμπλήρωσε, διαπράττουν τότε άλλο ποινικό αδίκημα.
Ερωτηθείς αν η απόφαση της Νομικής Υπηρεσίας στηρίχθηκε πάνω στα δημοσιεύματα και στις πληροφορίες, ο κ. Ερωτοκρίτου είπε η απόφαση στηρίζεται
στη βάση των γεγονότων, όπως οι ίδιοι οι εμπλεκόμενοι τα παρουσιάζουν. Πρόσθεσε πως ο ίδιος ο Διοικητής της ΚΤ, όπως καταγράφονται και στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων, προβαίνει σε δημόσιες προειδοποιήσεις και απειλές ότι θα παραπέμψει το ζήτημα στο Γενικό Εισαγγελέα για διερεύνηση ποινικών αδικημάτων.
«Από την άλλη πλευρά, είναι εξίσου πρωτοσέλιδο, ότι ορισμένα μέλη του ΔΣ της ΚΤ μιλούν για δική τους εξαπάτηση, γίνονται αναφορές για κάποια ενδεχόμενη πλαστογραφία, η οποία έχει σχέση με προχρονολόγηση συγκεκριμένου εγγράφου, αλλά γίνονται αναφορές για τρίτα πρόσωπα που έχουν σχέση με τα γεγονότα που εκτίθενται εκατέρωθεν. Συνεπώς, δεν πρόκειται απλώς περί πληροφοριών οι οποίες μεταδίδονται από τρίτους, δηλαδή δίκην κουτσομπολιού, πρόκειται για τοποθετήσεις των άμεσα εμπλεκομένων που είναι πολύ διαφορετικό», είπε.
Σε ερώτηση σχετικά με το ενδεχόμενο αδίκημα της πλαστογραφίας, το οποίο αν αποδειχθεί αποτελεί κακούργημα, ο κ. Ερωτοκρίτου είπε πως αυτά θα διαφανούν με την ολοκλήρωση της διερεύνησης της Αστυνομίας.
Απαντώντας στο κατά πόσον δόθηκε χρονοδιάγραμμα στην Αστυνομία για ολοκλήρωση της έρευνας, ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας είπε ότι η παράκληση είναι όπως η Αστυνομία ενεργήσει άμεσα και όπως τηρεί ενήμερη τη Νομική Υπηρεσία για την εξέλιξη των ερευνών.
Ερωτηθείς πόσο δύσκολη είναι η υπόθεση, ο κ. Ερωτοκρίτου είπε πως δεν μπορεί να γνωρίζει πόσο δύσκολη ή εύκολη είναι. «Αυτό που έχει σημασία είναι η νομιμότητα συγκεκριμένων πράξεων ή η ενδεχόμενη παρανομία δεν μπορεί όταν αφορά κορυφαίους θεσμούς να αφήνεται και να επισείεται σαν φόβητρο από τη μια ή την άλλη πλευρά, οποιεσδήποτε και αν είναι αυτές οι πλευρές, ιδιαίτερα όταν αφορά ένα κορυφαίο θεσμό, και την ίδια ώρα η Νομική Υπηρεσία, για την οποία γίνεται επίκληση άμεσα ή έμμεσα, να προσποιείται ότι δεν καταλαβαίνει ή να σφυρίζει αδιάφορα.
«Όταν ο Διοικητής της ΚΤ προειδοποιεί κάποιους ότι θα τους παραπέμψει στον Γενικό Εισαγγελέα για διαρροή εμπιστευτικών εγγράφων, και από την άλλη πλευρά όταν μέλη του ΔΣ της ΚΤ ισχυρίζονται ότι έγινε προχρονολόγηση συγκεκριμένων εγγράφων που αφορούσαν συγκεκριμένες συμφωνίες ή συμφωνία που έχει κάνει ο Διοικητής, τότε με βάση την ανακριτική διαδικασία υπάρχουν επαρκέστατα στοιχεία για να διαταχθεί η συγκεκριμένη ανάκριση», είπε.
Τέλος, σε σχέση με την οδηγία που δόθηκε προς την Αστυνομία, είπε ότι αφορά τη διάπραξη ενδεχομένων ποινικών αδικημάτων που έχουν σχέση με τον Διοικητή της ΚΤ, των μελών του ΔΣ της ΚΤ αλλά και τρίτους.

Δεν εντοπίστηκαν παράνομες κάμερες
Συνολικά ογδόντα κάμερες εντός και εκτός του κτηρίου της Κεντρικής Τράπεζας εντόπισε το κλιμάκιο του Γραφείου του Επιτρόπου Προστασίας Προσωπικών
Δεδομένων, το οποίο διεξήγαγε σχετικό έλεγχο στο πλαίσιο αυτεπάγγελτου διοικητικού ελέγχου στο κτήριο για διερεύνηση πληροφοριών και δημοσιευμάτων που έκαναν λόγο για απουσία σχετικής ενημέρωσης του προσωπικού.
Σύμφωνα με σχετική ανακοίνωση του Γραφείου του Επιτρόπου Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων «δεν εντοπίσθηκε η ύπαρξη οποιασδήποτε κάμερας εγκατεστημένη σε χώρο εντός των γραφείων των υπαλλήλων της Τράπεζας».
Όπως σημειώνει στην ανακοίνωσή του το Γραφείο του Επιτρόπου, η ΚΤ υπέβαλε στις 17/10/2007 γνωστοποίηση σύμφωνα με το Νόμο για την εγκατάσταση και τη λειτουργία καμερών στο κτήριο της, η οποία αντικαταστάθηκε με νέα στις 12/1/2009 και αφορούσε την εγκατάσταση 100 (εκατόν) καμερών με σκοπό «την προστασία της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου και την καταστολή, αναγνώριση και διερεύνηση τυχόν ανάρμοστων, πειθαρχικών και εγκληματικών ενεργειών εις βάρος της».
Το Γραφείο του Επιτρόπου αναφέρει ότι κατά τον έλεγχο που διεξήχθη εντοπίστηκαν εγκατεστημένες 80 κάμερες, εντός και εκτός του κτηρίου από τις οποίες τέσσερις είχαν τοποθετηθεί πρόσφατα ως ακολούθως «μια στον πρώτο, μια στο δεύτερο, μια στον τρίτο και μια στον τέταρτο όροφο, οι οποίες εστίαζαν αποκλειστικά στην είσοδο των ανελκυστήρων σε κάθε όροφο αντίστοιχα, και δεν λάμβαναν καθόλου εικόνες από τους διαδρόμους».
Δύο κάμερες εστίαζαν στο χώρο των ταμείων που βρίσκεται στο ισόγειο του κτηρίου ενώ οι υπόλοιπες κάμερες λάμβαναν εικόνες από εισόδους, εξόδους, και χώρους υψίστης ασφαλείας και εξωτερικούς χώρους περιμετρικά του κτηρίου.
Το Γραφείο του Επιτρόπου ξεκαθαρίζει ότι κατά τον έλεγχο δεν εντοπίσθηκε η ύπαρξη οποιασδήποτε κάμερας εγκατεστημένη σε χώρο εντός των γραφείων των υπαλλήλων της Τράπεζας, σημειώνει ωστόσο όσον αφορά το θέμα της ενημέρωσης του προσωπικού πως παρά το ότι σχετικό έγγραφο ημερομηνίας 24/3/2008 είναι αναρτημένο στο εσωτερικό δίκτυο (intranet) της ΚT, παρατηρήθηκε ότι για την πρόσφατη τοποθέτηση τεσσάρων καμερών δεν υπήρξε νέα ενημέρωση του προσωπικού όπως αρκετοί υπάλληλοι ανάφεραν προφορικά στους λειτουργούς του Γραφείου.
Επ’ αυτού το Γραφείο του Επιτρόπου σημειώνει ότι σε τέτοιες περιπτώσεις επιβάλλεται η ενημέρωση του προσωπικού για οποιαδήποτε μεταγενέστερη τοποθέτηση καμερών, υποδεικνύοντας πως αν αυτό γινόταν, το όλο θέμα θα μπορούσε να μην είχε προκύψει.
Κατά τον έλεγχο το κλιμάκιο του Γραφείου του Επιτρόπου διαπίστωσε επίσης μη επαρκή προειδοποιητική σήμανση στο κτήριο για την ύπαρξη του Κ.Κ.Β.Π. και ότι οι λίγες πινακίδες που αναρτήθηκαν δεν είναι εύκολα ευδιάκριτες από τους διερχόμενους.
Ως αποτέλεσμα του ελέγχου το Γραφείο του Επιτρόπου προβαίνει σε συστάσεις προς την Κεντρική Τράπεζα, οι οποίες αφορούν την τοποθέτηση ευδιάκριτων προειδοποιητικών πινακίδων για την ύπαρξη Κ.Κ.Β.Π. πριν από την έλευση σε χώρο ελεγχόμενο από το Κ.Κ.Β.Π., όπως προβλέπεται από την Οδηγία που έχει εκδώσει ο Επίτροπος για την Επεξεργασία Προσωπικών Δεδομένων στον Τομέα των Εργασιακών Σχέσεων και την Οδηγία για τη Βιντεοπαρακολούθηση που είναι αναρτημένες στην ιστοσελίδα του Γραφείου του.
Ο Επίτροπος επαναλαμβάνει παράλληλα τη θέση του ότι σε καμία περίπτωση είναι δυνατή ή χρησιμοποίηση Κ.Κ.Β.Π. για παρακολούθηση της απόδοσης των υπαλλήλων κατά τη διάρκεια της εργασίας τους.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Πού είναι το "Σημείο L" στον άνδρα;

Θέρμανση και οικονομία: Τι συμφέρει για ζεστό σπίτι!

Εκτίμηση Ακινήτων : Διαφορά ανάμεσα σε Οικόπεδο και Χωράφι